Ο Steven Spielberg, ο Tom Hanks, και η Meryl Streep είναι έτοιμοι να συνεργαστούν για την ταινία «The Post», μία ταινία η οποία – σύμφωνα με τις πηγές του Variety - επικεντρώνεται στην αποκάλυψη της Washington Post σχετικά με τα Pentagon Papers το 1971.

 

Ο Spielberg θα αναλάβει τη σκηνοθεσία, ενώ πρωταγωνιστές θα είναι ο Hanks και η Streep. Η Amy Pascal, ιδιοκτήτρια της εταιρείας παραγωγής ταινιών Pascal Pictures, αγόρασε τα δικαιώματα από τη Liz Hannah το περασμένο φθινόπωρο, ενώ επικεφαλείς για τη παραγωγή θα είναι – εκτός από την Pascal – οι Spielberg και Kristie Macosko Krieger. Αποκλειστικοί παραγωγοί θα είναι ο Rachel O’Connor, μαζί με τους παραγωγούς Tim και Trevor White, της εταιρείας Star Thrower Entertainment, καθώς και ο Adam Somner.

 


Η ταινία θα συγχρηματοδοτηθεί από τις εταιρείες Fox και Amblin Entertainment. Η εταιρεία Fox θα αναλάβει την εγχώρια διανομή, ενώ η εταιρεία Amblin τη διεθνή διανομή, μέσω των συνεργασιών που έχει εξασφαλίσει με τις εταιρείες Universal, eOne, Reliance, και άλλες.

 


Τα Pentagon Papers προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ΜΜΕ πριν τη δημοσίευση του σχετικού άρθρου, όταν ο αρχισυντάκτης και η εκδότρια της Post, Ben Bradlee και Kay Graham αντίστοιχα, αμφισβήτησαν τη θέση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης όσον αφορά το δικαίωμα δημοσίευσης αυτών των εγγράφων.

 


Ο Hanks θα υποδυθεί τον Bradlee και η Streep θα υποδυθεί τη Graham. Και οι δύο ηθοποιοί, οι οποίοι αντιπροσωπεύονται από την εταιρεία CAA, συνεχίζουν την πορεία τους μετά από εξαιρετικά αναγνωρισμένους ρόλους, με την Streep να επιτυγχάνει την 20η της υποψηφιότητα για Oscar για την ερμηνεία της στην ταινία «Florence Foster Jenkins» και τον Hanks να συγκεντρώνει πολλές ιδιαίτερα επαινετικές κριτικές για την ταινία «Sully».

 


Ο Spielberg ασχολείται προς το παρόν με την μετα-παραγωγή της ταινίας «Ready Player One» της εταιρείας παραγωγής Warner Bros., ενώ ταυτόχρονα προωθεί την προ-παραγωγή της ταινίας «The Kidnapping of Edgardo Mortara», με πρωταγωνιστές τους Mark Rylance και Oscar Isaac.

 


Οι παραπάνω ειδήσεις δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην ιστοσελίδα Deadline Hollywood.

 

Προσθέστε το σχόλιό σας

Καταρχήν πρέπει να αναφέρω πως αγαπάω υπερβολικά τον Μάνο Χατζιδάκι και πως το "Xαμόγελο της Τζοκόντας" είναι ο αγαπημένος μου δίσκος του, οπότε δεν θα προσπαθήσω να είμαι ή να φαίνομαι τουλάχιστον, αντικειμενικός στην κρίση μου, αν και δεν θα μπορούσα να είμαι ακόμα κι αν το ήθελα. Πάντα στο έργο αυτού του μεγάλου δημιουργού, έδινα περισσότερη αξία στη λόγια, όπως θα την χαρακτήριζε και ο ίδιος, μουσική από ότι στη λαϊκή, η οποία προοριζόταν να τραγουδηθεί τις περισσότερες φορές στη μεγάλη οθόνη. Αυτή η λόγια μουσική, η λίγο ξένη και άγνωστη σε μας τους Έλληνες, η κλασική μουσική όπως θα την ονόμαζαν οι πιο πολλοί ακροατές, μου φαινόταν από μικρό παιδί ακόμα, πιο εντυπωσιακή, πιο θεαματική και πλούσια. Το συγκεκριμένο έργο το έχω ακούσει εκατοντάδες φορές και ακόμα παραμένει ενδιαφέρον και γοητευτικό κάθε φορά που το βάζω στο cd player. 
 
Όλος ο δίσκος είναι ορχηστρικός, που σημαίνει πως δεν υπάρχουν στίχοι, μόνο μουσική. Ο συνθέτης είχε πάντα στο μυαλό του μέχρι να πεθάνει, την ιδέα και την ακλόνητη πρόθεση να μετασχηματίσει αυτά τα κομμάτια, προσθέτοντας τους στίχους, έτσι ώστε να γίνουν ολοκληρωμένα τραγούδια, κάτι όμως που δεν κατάφερε ποτέ να πραγματοποιήσει.
 
Το έργο αποτελείται από 10 κομμάτια τα οποία είναι:
 
  1. Όταν έρχονται τα σύννεφα
  2. Κοντέσα Εστερχάζυ
  3. Η παρθένα της γειτονιάς μου
  4. Βροχή
  5. Προσωπογραφία της μητέρας μου
  6. Το κοντσέρτο
  7. Ο κύριος Νολλ
  8. Οι δολοφόνοι
  9. Βραδινή επιστροφή
  10. Χορός με τη σκιά μου.
 
 
to xamogelo tis tsokontas photo1
 
 
 
Το νήμα που συνδέει και τις 10 ξεχωριστές ιστορίες είναι η μοναχική φιγούρα μιας γυναίκας μέσα σε μια μεγαλούπολη. Ο δίσκος περιλαμβάνει μερικές από τις ομορφότερες μελωδίες που μας χάρισε ο μέγας ερωτικός και όχι μόνο, ίσως όλη η πληθώρα των καταξιωμένων Ελλήνων δημιουργών. Η "βροχή" είναι το αγαπημένο μου κομμάτι από όλο το έργο του Χατζιδάκι, η βροχή πάντα με μελαγχολούσε, με αυτό το κομμάτι την αγάπησα. Ένα κομψοτέχνημα που ξεκινάει ήρεμα, με ένα τυπικό χατζιδακικό μοτίβο για να καταλήξει σε ένα ολύμπιο, ανεπανάληπτης αισθαντικότητας, διονυσιακό φινάλε.
 
Η μοναχική γυναίκα, η κοντέσα, είναι μια άγνωστη που συνάντησε τυχαία ο Χατζιδάκις μέσα στο πλήθος, η μοναξιά και η μελαγχολία της οποίας έκαναν αλγεινή εντύπωση μέσα του. Η μεγαλούπολη είναι η 
Νέα Υόρκη, στην αγκαλιά της οποίας βρισκόταν τότε ο δημιουργός και στα στούντιο της οποίας ηχογραφήθηκε αυτό το θεσπέσιο άλμπουμ με παραγωγό τον γνωστό Quincy Jones. Και τα 10 κομμάτια είναι πλημμυρισμένα από το λυρισμό, τη νοσταλγία και τη θλίψη που αποπνέει, σαν σφραγίδα ή σαν σημάδι αναγνώρισης, από κάθε νότα αυτού του μοναδικού καλλιτέχνη.
 
Νοσταλγία για κάτι σχεδόν απροσδιόριστο, κάτι που δεν βιώθηκε όπως πρέπει, που όμως η σημασία του ήταν τόσο μεγάλη, που πρόλαβε να σχηματιστεί ως ανάμνηση στον ατελείωτο κυκεώνα της μνήμης. Και όχι μόνο αποκρυσταλλώθηκε σε μια θύμηση, αλλά αποτέλεσε από τότε το ιδανικό περιβάλλον, το χαμένο παράδεισο για τον Χατζιδάκι. Όλος ο δίσκος, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο δημιουργός του, γράφτηκε με μια ανάμειξη απόγνωσης και αναθυμιάσεων σκληρής μνήμης. Σαν τα πυκνά σύννεφα που μαζεύονται απειλητικά, μαυρίζοντας τον ουρανό της μεγαλούπολης, παίρνοντας μαζί τους ανεπιστρεπτί κάθε αδύναμη αχτίδα ελπίδας για τον ορίζοντα της σωτηρίας. Μεγάλα, μαύρα σύννεφα που κουβαλάνε μαζί τους τη βροχή, μια κρύα, θλιβερή, γεμάτη παράπονο και δάκρυ βροχή, που ξεπλένει όμως στο τέλος τον πόνο και την απελπισία από τα πρόσωπα των ανθρώπων, λες και ο ουρανός ξεσπάει μανιασμένος σε καταιγίδα, μόνο γι’ αυτό το λόγο, για να σκουπίσει τη μοναξιά από τις όψεις των μελαγχολικών ανθρώπων.
 
 
to xamogelo tis tsokontas photo3
 
 
Αυτό το έργο είναι πλέον κλασικό που σημαίνει πως θεωρείται πρότυπο στο είδος του και είμαι απόλυτα σίγουρος πως θα ακούγεται με ευχαρίστηση και έναν αιώνα από σήμερα. Δεν χωράει μέσα στα στενά πλαίσια της μουσικής κριτικής, είναι υπεράνω βαθμολόγησης και αξιολόγησης, αποτελεί πλέον ένα άφθαρτο και ίσως ένα άφταστο κληροδότημα για τις επόμενες γενιές αυτής της χώρας, άλλωστε η παραγωγή μας σε αυτό το είδος μουσικής είναι αμελητέα. Ένα άλμπουμ κατάλληλο για κάθε περίσταση και κάθε γούστο, για μελέτη, για ευχάριστη ενασχόληση, για ονειροπόληση, για μελαγχολία, για περισυλλογή, για εξάσκηση. Ένα έργο – δοκίμιο πάνω στο συναίσθημα, στην μοναξιά, στην απελπισία, στην ευτυχία που ποτέ δεν έρχεται ολοκληρωτικά αλλά με δόσεις, μόνο για να μας κρατάει ζωντανούς και για να μας υπενθυμίζει πως υπάρχει. Σαν τη σιωπή πριν την άγρια καταιγίδα, τότε που τα σύννεφα μαζεύονται σιγά-σιγά για να σκεπάσουν με την καταχνιά τους τον παραδομένο ουρανό σαν κατάρα.
 
 
Ένας δίσκος που προτείνω σε κάθε ακροατή, ανεξαρτήτως ηλικίας και παιδείας, για την συγκλονιστική του μουσική αφήγηση, για τις ανεπανάληπτες, μελαγχολικές μελωδίες του, για την τρυφερή, μοναχική ιστορία που κρύβεται από πίσω του και τέλος γιατί, όπως κάθε ποιοτικό καλλιτέχνημα, μπορεί να αποτελέσει την πανάκεια για κάθε πόνο ή απώλεια που θα ενσκήψει στη ζωή μας, μέχρι η τελική, κατασκότεινη βροχή να μας πάρει τελικά μαζί της.
 
 
 
 
 
 
Από τον Θωμά Χατζηθωμά
 
 
 
Προσθέστε το σχόλιό σας
 

Τα μαθήματα πιάνου είναι ίσως το πιο "γυναικείο" έργο που έχω δει, μια ταινία ύμνος στη γυναικεία χειραφέτηση, σαν αυτές άλλωστε που μας έχει συνηθίσει η Τζέιν Κάμπιον. Αφηγείται με απίστευτα αισθαντικό τρόπο τον αγώνα μιας γυναίκας για να ελευθερωθεί ηθικά και σωματικά από την εξουσία και την επιρροή των αντρών του περιβάλλοντος της, είτε αυτοί επηρεάζουν τη ζωή της θετικά είτε αρνητικά, και να ακολουθήσει το προσωπικό της μονοπάτι που θα την οδηγήσει, μέσα από εμπόδια και επικίνδυνες στροφές, στον πύργο της εκπλήρωσης των επιθυμιών και προσδοκιών της.

 

Στη δημιουργία αυτής της άφατης, λυρικής πανδαισίας συντελεί ιδιαίτερα και η μουσική από το σάουντρακ του Μάικλ Νάιμαν, προσφέροντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα ως υπόστρωμα πάνω στο οποίο θα πατήσουν οι ηθοποιοί για να δώσουν με τον αρτιότερο τρόπο τις στιβαρές, μεστές ερμηνείες που απαιτούν οι ομολογουμένως δύσκολοι ρόλοι τους. Είμαι απόλυτα σίγουρος πως αυτή τη μουσική θα τη λατρέψουν όλοι οι θεατές της ταινίας άσχετα από το πόσο αγαπούν το πιάνο, γεγονός που μάλλον συμβαίνει ήδη μιας και η ταινία δεν είναι καινούργια. Έχω ακούσει μόνο θετικά σχόλια για την μουσική επένδυση αυτής της ταινίας ενώ και εγώ προσωπικά την εκτιμώ αφάνταστα. Είναι από αυτές τις περιπτώσεις που δεν μπόρεσα να αποφασίσω αν μου αρέσει περισσότερο η ταινία ή το σάουντρακ.

 

Υπόθεση

 

Η Άντα Μαγκράθ είναι μια μουγκή γυναίκα. Αυτό αποτέλεσε την αφορμή για να ακούσω ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και αγαπημένα αποφθέγματα προερχόμενα από ταινίες: Ο Θεός αγαπάει όλα τα σιωπηλά πλάσματα. Η Άντα λοιπόν, που δεν έχει μιλήσει από την ηλικία των έξι ετών, εκφράζει τα έντονα συναισθήματα που φωλιάζουν μέσα στην καρδιά της μέσω της μουσικής που παίζει με το αγαπημένο της πιάνο, κάθε νότα που χτυπάει στα πλήκτρα του είναι ένα κωδικοποιημένο μήνυμα προς τον ακροατή της.

Με αυτό το πιάνο στις αποσκευές της και με την εννιάχρονη κόρη της Φλόρα ταξιδεύει μέχρι τη Νέα Ζηλανδία, όπου έχει αποφασιστεί να παντρευτεί έναν τοπικό μεγαλογαιοκτήμονα ονόματι Άλιστερ. Η μουντή, ομιχλώδης, ονειρική σχεδόν, ατμόσφαιρα της παραλίας και του δάσους αποτυπώνεται γλαφυρότατα στο φιλμ με τη βοήθεια της υποβλητικής φωτογραφίας του Στιούαρτ Ντράιμπουργκ. Εκεί, στην καινούργια τους πατρίδα δεν τους περιμένει κανείς με αποτέλεσμα να κοιμηθούν στην παραλία, δίπλα στο πιάνο. Την άλλη μέρα καταφθάνει ο Άλιστερ με τους υπηρέτες του, ένας εκ των οποίων είναι και ο Μπέινς. Ο άντρας της όμως της απαγορεύει να πάρει το πιάνο με τη δικαιολογία πως δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτό, οπότε αναγκάζεται να το εγκαταλείψει εκεί. Αυτή είναι η πρώτη επώδυνη γνωριμία με τον άντρα της, γεγονός που θα την κάνει να τον μισήσει για όλη της τη ζωή.

Φτάνοντας στο καινούργιο της σπίτι δεν κάνει καμία προσπάθεια να προσεγγίσει τον άντρα της, αντίθετα το μυαλό της βρίσκεται συνεχώς στο πιάνο. Αργότερα θα πείσει τον Μπέινς να το πάρει σπίτι του κι εκείνος, βρίσκοντας πολύ ενδιαφέρουσα την Άντα, της υπόσχεται πως θα της το επιστρέψει αν του παραδώσει μερικά μαθήματα, συμφωνία που αυτή αποδέχεται. Οι συχνές επισκέψεις της φέρνουν μια οικειότητα πλέον στο ζευγάρι και έτσι τελείως απροσδόκητα αποφασίζουν να γίνουν εραστές. Το ταλέντο της Κάμπιον φαίνεται άλλη μια φορά καθαρά, από τον τρόπο που διαχειρίζεται τη σχέση των δύο παράνομων εραστών, οι ερωτικές σκηνές είναι αισθαντικότατες χωρίς όμως να εμπεριέχουν ίχνος χυδαιότητας. Ακόμα και όταν γίνονται ενίοτε σκληρές από τη μεριά του άξεστου χωριάτη Μπέινς κουβαλάνε ένα απερίγραπτο φορτίο συναισθημάτων τρυφερότητας και αγάπης, σαν ένα κράμα ρεαλισμού και ρομαντισμού, πραγματικότητας και ονείρου.

Τελικά ο απατημένος σύζυγος μαθαίνει για την απιστία της γυναίκας του από ένα λάθος της κόρης της και αποφασίζει να τιμωρήσει παραδειγματικά τη μοιχαλίδα. Παίρνει το τσεκούρι και της κόβει το δάχτυλο για να μην μπορεί πια να παίζει πιάνο. Έπειτα την διώχνει από το σπίτι όπως επίσης και τον Μπέινς. Στην πορεία με τη βάρκα προς το πλοίο της επιστροφής τους η Άντα πετάει το πιάνο κάτω από τη βάρκα και σε μια στιγμή απόγνωσης αποφασίζει να δέσει το πόδι της στο σκοινί του πιάνου και να το ακολουθήσει στο βυθό της θάλασσας. Τελικά, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο φώτισης και απροσδιόριστης ελπίδας βγαίνει στην επιφάνεια, θέλοντας να συνεχίσει τη ζωή της.

Στο τέλος της ταινίας τη συναντάμε να παραδίδει πάλι μαθήματα πιάνου έχοντας αντικαταστήσει το κομμένο της δάχτυλο με ένα μεταλλικό με τη συνδρομή του Μπέινς, με τον οποίο ζει το υπόλοιπο της ζωής της.


Το καστ των πρωταγωνιστών είναι προσεκτικά επιλεγμένο, όλοι τους μας χαρίζουν υποδειγματικές, αξέχαστες ερμηνείες. Η Χόλι Χάντερ, στον καλύτερο ρόλο της καριέρας της για μένα ως Άντα, ο Χάρβεϊ Καϊτέλ ως Μπέινς, ο Σαμ Νιλ ως Άλιστερ και η μικρή Άννα Πάκουιν ως Φλόρα. Η Χάντερ κέρδισε επάξια το όσκαρ καλύτερου γυναικείου ρόλου και η Τζέιν Κάμπιον το όσκαρ καλύτερου σεναρίου, όχι όμως και το όσκαρ σκηνοθεσίας δυστυχώς.

Ένα ερωτικό, λυρικότατο έργο, πλημμυρισμένο από την έξοχη μουσική του Νάιμαν, με την Κάμπιον να αποφαίνεται πως ακόμα και σήμερα, σε πάρα πολλά μέρη αυτού του πλανήτη, μια γυναίκα πρέπει να αγωνιστεί για να ζήσει ελεύθερα όπως ένας άντρας και να βιώσει το αυτονόητο, την εκπλήρωση των βαθύτερων επιθυμιών της.

 

Από τον Θωμά Χατζηθωμά

 

Προσθέστε το σχόλιό σας

Ο Πόε είναι ίσως ο πιο γνωστός αμερικανός ποιητής, σίγουρα ο πιο δημοφιλής. Η αγάπη των αναγνωστών γι’ αυτόν οφείλεται σε αυτό το μεγάλο, σε έκταση και αξία, ποίημα και σε τέσσερα – πέντε γνωστά διηγήματα του. Ο πόνος της απώλειας αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για τη δημιουργία αυτού του έργου που μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια ελεγεία στην παντοτινά χαμένη αγάπη. Όπως έγραψε και ο ίδιος ο ποιητής: δεν υπάρχει τίποτα πιο ποιητικό στον κόσμο από το θάνατο μιας όμορφης γυναίκας. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η Λενόρ, η αγαπημένη του Πόε, ξεφεύγει από το προσωπικό δράμα του ποιητή και μπαίνει στη σφαίρα της καθολικότητας, μεταμορφώνεται σε χαμένη ερωμένη κάθε απελπισμένου εραστή, σε πανανθρώπινη ερωτική τραγωδία. Το ποίημα είναι ένα κλασικό παράδειγμα ρομαντισμού: ένας μεγάλος έρωτας και η αναπάντεχη απώλεια του, ξεχείλισμα έντονων αισθημάτων, μυστηριακή, σχεδόν εξωπραγματική ατμόσφαιρα, ένας κλειστός, αποπνικτικός χώρος ενός δωματίου και ένας υποτυπώδης, παγερός φωτισμός. Η γοτθική λογοτεχνία δηλαδή σε όλο της το μεγαλείο. Η ιστορία που διηγείται είναι μικρή, χωρίς ιδιαίτερη πλοκή αλλά με πλούσιες συναισθηματικές διακυμάνσεις. Ο Πόε αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο θέλοντας να δώσει έμφαση και αμεσότητα στην τραγικότητα. Ολόκληρο το ποίημα, σε όσους το έχουν διαβάσει είναι γνωστό, βασίζεται στο τέχνασμα της συναισθηματικά φορτισμένης επωδού. Και η επωδός αυτή ονομάζεται nevermore, ποτέ πια.

 

Ένας νεαρός διανοούμενος, του οποίου η γυναίκα ονόματι Λενόρ πέθανε πρόσφατα, περνάει την ώρα του μελαγχολικά μέσα στο σπίτι του, απορροφημένος από την ανάγνωση αλλόκοτων, ξεχασμένων βιβλίων. Είναι Δεκέμβριος μήνας και ο καιρός έξω, όπως και το δωμάτιο του είναι κρύος. Ξαφνικά ενώ είναι έτοιμος να κοιμηθεί, ακούει σιγανά χτυπήματα στην πόρτα. Όταν όμως τρομαγμένος σηκώνεται και την ανοίγει κανένας επισκέπτης δεν τον περιμένει έξω. Απορημένος γυρίζει στο διάβασμα των προσφιλών του βιβλίων όμως ξανακούει χτύπους, αυτή τη φορά στο παράθυρο. Όταν το ανοίγει, ένα μαύρο κοράκι φτεροκοπώντας άγρια, μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και θρονιάζεται περήφανα πάνω στο άγαλμα της Παλλάδας Αθηνάς που υπάρχει πάνω από την πόρτα. Αφού η παρουσία και η φρικτή όψη του φέρνουν ευδιαθεσία στον νέο, το ρωτάει πως ονομάζεται. "Ποτέ πια" είναι η ανατριχιαστική απάντηση του κορακιού. Αυτή είναι και η μοναδική, βασανιστική απάντηση που δίνει το πουλί στις γεμάτες δος ερωτήσεις του νέου, γεγονός που σταδιακά τον αναγκάζει να συνειδητοποιήσει τη φρικτή αλήθεια. Πως δεν θα ξαναδεί την αγαπημένη του Λενόρ, ποτέ πια, Ούτε ο θάνατος δεν πρόκειται να τους ενώσει ξανά.

 

Η αιτία που ο Πόε διάλεξε το κοράκι σαν πρωταγωνιστή του γνωστότερου ποιήματος του είναι εύλογη και καθόλου τυχαία. Στις λαϊκές παραδόσεις και δεισιδαιμονίες πολλών λαών, μεταξύ των οποίων και των Ελλήνων, το κοράκι έχει σχετιστεί με το θάνατο. Ίσως γιατί είναι μαύρο, σαρκοφάγο και πανέξυπνο, οι απλοϊκοί άνθρωποι το θεωρούσαν απεσταλμένο του θανάτου. Επίσης μπορεί να ‘μιλήσει’ αν εκπαιδευτεί κατάλληλα, με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο.

 

to koraki photo2

 

Ο Πόε ήταν ένας βασανισμένος άνθρωπος, η ζωή δεν στάθηκε γενναιόδωρη ή έστω ευνοϊκή απέναντι του, απεναντίας του χάρισε απλόχερα αρκετή πίκρα και πόνο. Ίσως γι’ αυτό αναζήτησε καταφύγιο από την πραγματικότητα στη λογοτεχνία και κυρίως σε μια λογοτεχνία αλλόκοτη, σκοτεινή, μυστηριώδη, εξωλογική. Ας μην ξεχνάμε πως έζησε στο αποκορύφωμα του ρομαντισμού και αυτά τα στοιχεία αποτελούσαν τα απαραίτητα συστατικά της τέχνης εκείνης της περιόδου. Σαν σύλληψη ο διθύραμβος της απώλειας ως δημιουργική δύναμη ενός λογοτεχνικού έργου συνιστά μια ευφυέστατη ιδέα, είναι η ουσία της αγνότερης ποιητικότητας όχι μόνο σαν καλλιτέχνημα ή αισθητική αξία αλλά και σαν βίωμα, έστω αβάσταχτο και καταθλιπτικό. Κάτι αντίστοιχο στη δική μας λογοτεχνική παράδοση και τηρουμένων πάντα των αναλογιών βρίσκουμε ίσως στο ‘μονόγραμμα’ του Ελύτη. Ο ποιητής έχασε τη γυναίκα του πολύ νωρίς και αυτό το ποίημα είναι ίσως η προσπάθεια να πείσει τον εαυτό του πως όσο οδυνηρό και αν είναι αυτό, θα πρέπει να παραδεχτεί πως δεν πρόκειται να ξαναδεί ποτέ τον ανεπανάληπτο έρωτα της ζωής του. Κατάλαβε, όπως κάθε ξεχωριστός εραστής που έζησε έστω και πρόσκαιρα μια αντισυμβατική αγάπη, πως μόνο η παραμυθία της τέχνης μπορεί να καταλαγιάσει τη μανιασμένη φουρτούνα της καρδιάς του.

 

 

Από τον Θωμά Χατζηθωμά

 

Προσθέστε το σχόλιό σας


Το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι είναι το είδος μυθιστορήματος που απολαμβάνω με ευχαρίστηση περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο και αυτό γιατί ανήκει σε εκείνα τα έργα στα οποία ο συγγραφέας, αφήνοντας κατά μέρος την πλοκή της ιστορίας, αποτυπώνει στο χαρτί άμεσα και όχι μέσω του μυθιστορήματος, τις απόψεις του πάνω στα μεγάλα μεταφυσικά ερωτήματα που απασχολούν κάθε αγωνιζόμενο πνευματικά άνθρωπο. Είναι ένα έργο με συνειδητά φιλοσοφική κατεύθυνση, βαθυστόχαστο, δύσκολο και τραχύ σύμφωνα και με τα λόγια του ίδιου του δημιουργού του. Θα αρέσει σίγουρα σε αναγνώστες που ζητάνε κάτι παραπάνω από ένα μυθιστόρημα εκτός από εύκολα διατυπωμένες απόψεις για την ανθρώπινη κατάσταση και γλυκανάλατες, χαρούμενες ιστοριούλες με ευτυχισμένο τέλος.


Είναι ουσιαστικά ένας εσωστρεφής μονόλογος που όμως προορίζεται να διαβαστεί από ένα ευρύ φάσμα αναγνωστών. Πραγματεύεται τον αγώνα της σκέψης εναντίον του συναισθήματος, παρουσιάζει την τεράστια διαφορά μεταξύ των ανθρώπων που σκέφτονται πολύ, αναλύοντας ενίοτε υπερβολικά τις έννοιες και τις καταστάσεις που προσλαμβάνουν από το περιβάλλον τους και αυτών που δεν σκέφτονται καθόλου αλλά προτιμούν να δρουν ενστικτωδώς, εμπιστευόμενοι αλήθειες που δεν έχουν κρίνει προηγουμένως αλλά τις αγκαλιάζουν και τις τηρούν σαν θέσφατο. Είναι το πρώτο μεγάλο έργο του συγγραφέα και ίσως αποτελεί και μια νύξη στους σοσιαλιστές συμπατριώτες του για την ακλόνητη πίστη τους στην πρόοδο μέσω των θετικών επιστημών.


Χωρίζεται σε δύο μέρη, στο πρώτο, το ομώνυμο, που το σκηνικό του είναι η αποπνικτική ατμόσφαιρα του υπογείου και στο δεύτερο που ονομάζεται η ιστορία του χιονόνερου και στο οποίο ο ήρωας βγαίνει από το ασφυκτικό καβούκι του στο περιβάλλον της πολυπληθούς μεγαλούπολης. Εκεί θα αφήσει τη μονόχνοτη μισανθρωπία του και θα προσπαθήσει να γλιτώσει μια νεαρή κοπέλα. Αργότερα όμως, η κακία θα υπερισχύσει μέσα του και ενώ αρχικά υποσχέθηκε να τη βοηθήσει, της φέρεται άσχημα και την εγκαταλείπει. Ο άνθρωπος του υπογείου είναι ένα άρρωστο άτομο, μια ψυχικά διαταραγμένη προσωπικότητα όπως θα αποφαίνονταν οι σημερινοί ψυχολόγοι. Αυτό όμως δεν του στερεί την ικανότητα να είναι ευφυής και να λέει τα πράγματα με το όνομα τους, με σαφήνεια και θάρρος γνώμης.


Ο Ντοστογιέφσκι σε αυτό το έργο επιτίθεται με μανία σε κάθε λογής φιλοσοφικό ή κοινωνικό καθεστώς που περιορίζει την ελευθερία του ανθρώπου, είτε αυτό λέγεται ιδεαλισμός, ορθολογισμός ή ωφελιμισμός. Στρέφει τα βέλη του εναντίον των ανθρώπων, κυρίως διανοούμενων και επιστημόνων, που είχαν την ατράνταχτη πεποίθηση πως η λογική και η επιστήμη θα φέρουν την πολυπόθητη ευτυχία και ευημερία σε όλη την ανθρωπότητα. Ο συγγραφέας διακηρύσσει το δικαίωμα του ανθρώπου στην απόλυτη ελευθερία, σε κάθε είδους πνευματική, φυσική ή κοινωνική ελευθερία με κάθε κόστος. Ακόμα και το δικαίωμα στην επιλογή του πόνου, της αυτοταπείνωσης ή και της αυτοκαταστροφής. Μας διαβεβαιώνει πως ο άνθρωπος είναι ένα ον με πρωταρχική επιθυμία την κάθαρση από κάθε καταναγκασμό, είτε αυτός προέρχεται από μέσα του είτε από το περιβάλλον του, την απαλλαγή από κάθε καταπιεστική πεποίθηση και προκατάληψη. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτή η κατάσταση είναι η πλήρης συμμόρφωση και συμπόρευση με το προσωπικό ένστικτο του καθενός και η απόρριψη κάθε είδους αυθεντίας.

 

to ypogeio photo1 new


Η αντιφατικότητα του υπόγειου ανθρώπου, πηγή όλων των βασάνων του, είναι καταφανής σε κάθε πρόταση του βιβλίου και καταδεικνύει το ατελείωτο μαρτύριο στο οποίο είναι εγκλωβισμένος ο πρωταγωνιστής. Το έργο αρχίζει με τον εξής τρόπο: "Είμαι άρρωστος, είμαι κακός, δεν είμαι καθόλου ευχάριστος. Δεν καταλαβαίνω τίποτα και δεν ξέρω που ακριβώς πονάω" και τελειώνει έτσι : "Βαριόμαστε που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ, μα δεν θέλω πια να γράφω μέσα από το υπόγειο".

 

Είναι αξιοσημείωτο πως ο Ντοστογιέφσκι δεν παίρνει το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς, δεν επικροτεί ούτε τον σκεπτόμενο ούτε τον πρακτικό άνθρωπο. Απλά εκθειάζει τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου και αυτή δεν είναι άλλη από την τάση για αποδέσμευση από καθετί τυραννικό που περιορίζει την ανεξαρτησία του. Γράφει χαρακτηριστικά πως οι έξυπνοι άνθρωποι δεν δρουν, αναλύουν υπερβολικά τα γεγονότα και στο τέλος, ακόμα και αν έχουν αποφασίσει κάτι, δεν πράττουν τίποτα. Αντίθετα οι πρακτικοί άνθρωποι δεν στοχάζονται σχεδόν καθόλου, θεωρούν ως αυταπόδεικτες αλήθειες τις πεποιθήσεις τους, αλλά αυτούς τι να τους κάνεις, αυτοί είναι ηλίθιοι.

 

Από τον Θωμά Χατζηθωμά

 

Προσθέστε το σχόλιό σας

1000 Characters left


Online περιοδικό ποικίλης ύλης. Ευχαριστούμε που επισκεφτήκατε την ιστοσελίδα μας.

 

Photo Gallery